November 25, 2017, 1:47 am
ΤΑ ΥΓΙΗ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Οι θεμελιώδεις αρχές του Δικαστικού μας Συστήματος

Τα θετικά του Δικαστικού μας συστήματος, που είναι το Κοινοδίκαιο, είναι πολύ σημαντικά και είναι περισσότερα από τα αρνητικά. Είναι ένα σύστημα με γερά θεμέλια και είναι σημαντικό να το τονίζουμε αυτό ώστε η όποια μεταρρύθμιση του να είναι στοχευμένη μόνο στη διόρθωση των αρνητικών και να μην επιχειρεί αλλαγές που θα εξουδετερώνουν θετικά στοιχεία.

Το κυριότερα χαρακτηριστικά του Δικαστικού μας Συστήματος που το διακρίνουν από το Σύστημα που ακολουθείται στην Ηπειρωτική Ευρώπη είναι η θεμελιώδης ρωμαϊκή αρχή δικαίου που περιγράφεται ως stare decisis (δεδικασμένο) καθώς επίσης και η αρχή της αντιπαραθετικής απονομής δικαιοσύνης.

Stare Decisis (Δεδικασμένο)

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ένα κατώτερο Δικαστήριο είναι υπόχρεο να ακολουθήσει τον τρόπο ερμηνείας μιας νομοθεσίας ή νομικής αρχής που υιοθέτησε ένα ανώτερο Δικαστήριο αναφορικά με γεγονότα τα οποία και στις δύο υποθέσεις είναι ουσιαστικά τα ίδια.

Για παράδειγμα, η απόπειρα φόνου είναι ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ισόβια φυλάκιση. Το κατά πόσον, με τον σχεδιασμό ενός χάρτη της οικίας του προτιθέμενου θύματος με σκοπό τη διευκόλυνση της διάπραξης του φόνου, το αδίκημα της απόπειρας φόνου έχει δίχως άλλο συντελεσθεί θα αποφασιστεί από το εκδικάζον την υπόθεση κατώτερο Δικαστήριο μετά από μελέτη αποφάσεων του Ανώτερου Δικαστηρίου (Ανώτατου Δικαστηρίου ή Εφετείου).

Εάν το ίδιο θέμα έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη βάση ίδιων ή κατ’ ουσία ίδιων γεγονότων με αυτά που έχει μπροστά του το κατώτερο Δικαστήριο, τότε το κατώτερο Δικαστήριο είναι υπόχρεο να ακολουθήσει την ερμηνεία/απάντηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω στο νομικό ερώτημα που έχουμε περιγράψει.

Εάν δεν υπάρχουν Αποφάσεις με τα ίδια γεγονότα τότε καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από παρόμοια ή ανάλογα γεγονότα και πάντοτε μέσα στα πλαίσια της κοινής λογικής.

Με αυτόν τον τρόπο η νομική αρχή stare decisis έχει ρόλο συμπληρωματικό της νομοθεσίας. Σε περίπτωση που δεν είναι ξεκάθαρο πως θα εφαρμοστεί ένας νόμος πάνω σε επίδικα γεγονότα τότε η προηγούμενες Αποφάσεις του Ανωτάτου μπορούν να δώσουν την απάντηση αν βασίζονται πάνω στα ίδια κατ’ ουσία ή κατ’ αναλογία γεγονότα.

Ταυτόχρονα, η αρχή αυτή εισάγει περισσότερη βεβαιότητα στην απονομή δικαιοσύνης εφόσον το Δικαστήριο δεσμεύεται όχι μόνο από τη νομοθεσία την οποία οφείλει να εφαρμόσει αλλά και από προηγούμενες αποφάσεις όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας. Η περισσότερη αυτή βεβαιότητα συμβάλλει στην ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος εφόσον περιορίζονται οι εκπλήξεις και αυθαιρεσίες, και ενισχύουν τη δυνατότητα του Δικηγόρου να προσφέρει ορθή και εύστοχη νομική συμβουλή.

Αρχή της αντιπαραθετικής απονομής δικαιοσύνης

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο Δικαστής κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης έχει ρόλο παρόμοιο με αυτό του διαιτητή σε αθλητικό αγώνα, δηλαδή διασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της δίκης με την εφαρμογή νόμων και κανονισμών αλλά δεν επεμβαίνει στην δίκη με σκοπό να αναζητήσει την αλήθεια ο ίδιος ή να βοηθήσει τη μια ή την άλλη πλευρά. Αφήνει τις δύο αντιτιθέμενες εκδοχές της αλήθειας να συγκρουστούν και μετά, έχοντας υπόψη το βάρος απόδειξης, δηλαδή ποια από τις δύο πλευρές είχε το βάρος να αποδείξει την υπόθεση της και σε ποιο βαθμό, αποφαίνεται εάν έχει καταφέρει να το αποσείσει ή όχι.

Και αυτή η αρχή έχει το θετικό ότι περιορίζει την αβεβαιότητα εφόσον αν ο Δικαστής είχε τη δυνατότητα να συμμετέχει στη δίκη αναζητώντας την αλήθεια ο ίδιος αυτό θα εισήγαγε τεράστια αβεβαιότητα στη διαδικασία εφόσον κανένα από τα δύο μέρη δεν θα γνώριζε εκ των προτέρων την έκταση της παρέμβασης η οποία ας πούμε θα μπορούσε να ήταν από 0% μέχρι 50%, δηλαδή από ανύπαρκτη μέχρι μονοπωλιακή. Επίσης, η παρέμβαση θα μπορούσε να ήταν αντικειμενική ή μονόπλευρα υποκειμενική κατά τρόπο ανεξέλεγκτο ή δυσεξέλεγκτο από το Εφετείο, και περαιτέρω θα δημιουργούσε σύγχυση ρόλων και κατ’ επέκταση ασάφεια και χαλάρωση ευθυνών όσον αφορά την ευθύνη του Δικηγόρου για την ορθή και δυναμική παρουσίαση και προώθηση της υπόθεσης του διάδικου πελάτη του.

Η συμβατότητα του Κοινοδικαίου (Ius Commune) με τον χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας

Πολλοί αντιδρούν στο γεγονός ότι το δικαστικό μας σύστημα, το Κοινοδίκαιο, είναι εισαγόμενο από την Αγγλία θεωρώντας το ξενόφερτο και ασύμβατο με τις συνθήκες και τον χαρακτήρα του κυπριακού λαού.

Μια απάντηση σε αυτή τη θέση είναι ότι διαχρονικά ο ελληνικός πολιτισμός δεν απορρίπτει κάτι απλώς και μόνο επειδή είναι ξένης προέλευσης αλλά το εξετάζει, και αν συμβάλλει στην ενίσχυση του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού, το προσλαμβάνει και το αφομοιώνει. Ένα παράδειγμα είναι η αποδοχή του Χριστιανισμού, και ένα άλλο είναι η σύζευξη και αφομοίωση του ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού μέσα στα πλαίσια της χιλιάχρονης Βυζαντινής (κατ’ ακρίβεια Ρωμαϊκής) Αυτοκρατορίας. Στην περίπτωση αυτή η σύζευξη έλαβε τέτοιο βάθος ώστε οι Έλληνες να μην αυτοαποκαλούνται Έλληνες αλλά Ρωμιοί, και αυτό όχι μόνο κατά τη διάρκεια των χιλίων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και κατά τους τέσσερις αιώνες του οθωμανικού ζυγού.

Εκτός από το πιο πάνω, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο πράγματι ξένο είναι αυτό το Δικαστικό Σύστημα. Διότι παρά το γεγονός ότι οι Άγγλοι το αποκαλούν «Αγγλοσαξονικό Δίκαιο» με έκδηλη αυταρέσκεια, εντούτοις το Δίκαιο αυτό είναι θεμελιωμένο σε ρωμαϊκές αρχές δικαίου. Μερικά παραδείγματα:
Stare decisis - Τήρησον τας αποφάσεις
Nemo judex in propria causa - Ποτέ δικαστής σε δική σου υπόθεση
Audi alteram partem - Άκουσε την άλλη πλευρά
Actus non facit reum nisi mens sit rea - Η πράξη δεν καθιστά ένα πρόσωπο ένοχο εκτός αν και το μυαλό είναι ένοχο
Habeas corpus - Παρουσιάστε το πρόσωπο (εν σώματι)
Ad coelum est solum, eius est usque ad caelum et ad inferos - Αυτός που είναι κύριος της γης, σε αυτόν ανήκει και ο άνω χώρος μέχρι τον παράδεισο και ο κάτω χώρος μέχρι την κόλαση.
Cessante ratione cessat ipsa lex - Όταν ο λόγος για τον οποίο έγινε κάποιος νόμος πάψει να υφίσταται τότε παύει να υφίσταται και ο ίδιος ο νόμος
nemo tenetur seipsum accusare - Κανένας δεν είναι υπόχρεος να ενοχοποιήσει τον εαυτό του
Qui tacet consentire - Αυτός που σιωπά συγκατατίθεται
Delegatus non potest delegare - Ο άνωθεν εξουσιοδοτημένος να αποφασίσει δεν δύναται να μεταθέσει αλλού την εξουσία του.
Ignorantia juris non excusat - Η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί δικαιολογία
Salus populi est suprema lex - Η σωτηρία του λαού είναι ο υπέρτατος νόμος

Η ρωμαϊκότητα του Κοινοδικαίου το καθιστά οικείο ως δημιούργημα ενός πολιτισμού που για πολλούς αιώνες είχε κοινή πορεία με τον ελληνικό πολιτισμό σε βαθμό που τα όρια μεταξύ τους να γίνουν δυσδιάκριτα ως και ανύπαρκτα κατά τη χιλιάχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι το Κοινοδίκαιο θα πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί, και η όποια μεταρρύθμιση του δικαστικού μας συστήματος θα πρέπει να αποσκοπεί στην ενίσχυση και όχι στην υπονόμευση αυτού του σπουδαίου οικοδομήματος.



ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΥΤΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ.


Online Φόρμα ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ του πιο πάνω μηνύματος ( * Απαιτούμενα) :


Όνομα * :


Επίθετο * :


Το e-mail σας * :


Το e-mail του παραλήπτη * :


Παρακαλώ Πληκτρολογήστε:   5qbb0i  



 
Περιεχόμενα