November 25, 2017, 2:03 am
ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Είναι προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων σε μια αστική υπόθεση η διευθέτηση αυτής προτού φτάσει στο στάδιο της ακρόασης, νοουμένου ότι η διευθέτηση είναι μέσα σε δίκαια πλαίσια. Είναι προς το συμφέρον των διαδίκων εφόσον δεν επωμίζονται αχρείαστα έξοδα, δεν χάνουν χρόνο και δεν υποβάλλονται στη δοκιμασία και την ένταση μιας δίκης. Είναι προς το συμφέρον των Δικηγόρων διότι η αμοιβή τους θα είναι (ή θα πρέπει να είναι) κατ’ αναλογία προς την εργασία που εκτέλεσαν μεγαλύτερη παρά αν η υπόθεση προχωρούσε μέχρι τέλους. Τέλος, είναι και προς το συμφέρον του Δικαστηρίου αλλά και του φορολογούμενου πολίτη διότι με αυτόν τρόπο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

Εκ πρώτης όψεως, θα ανέμενε κανείς ότι η συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων θα έπρεπε να διευθετείτο πριν τη δίκη. Δύο συνάδελφοι Δικηγόροι, λειτουργοί της Δικαιοσύνης, θα έπρεπε γενικά ομιλούντες να μπορούσαν να βρουν μια χρυσή τομή στη συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων τους και να έπειθαν τους πελάτες τους να τη δεχθούν χωρίς να χρειαστεί η ακροαματική διαδικασία (δίκη).

Υπάρχουν δύο κύριοι και αλληλένδετοι λόγοι γιατί αυτό δεν γίνεται στην πράξη στον επιθυμητό βαθμό: πρώτος, ο ένας εκ των διαδίκων βρίσκεται εν αδίκω αδιαφορώντας για τις συνέπειες, και δεύτερος, το Δικαστήριο δεν ασκεί την απαιτούμενη πίεση για αποδοχή μιας δίκαιης διευθέτησης πριν από τη δίκη. Συνεπώς, η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση πάνω σε αυτόν τον τομέα θα πρέπει να αποσκοπεί στον μετριασμό αυτών των δύο προβλημάτων.

Ήδη κάποια δικονομικά μέτρα που υπάρχουν είναι προς την ορθή κατεύθυνση όπως η αμοιβαία αποκάλυψη εγγράφων πριν από τη δίκη με σκοπό να γνωρίζει η μια πλευρά την υπόθεση της άλλης, κάτι που σαφώς διευκολύνει την επίτευξη συμβιβασμού.

Πέραν αυτού του μέτρου, και ως το επόμενο στάδιο μετά την αμοιβαία αποκάλυψη εγγράφων, εισηγούμαι όπως ο εκδικάζων την υπόθεση Δικαστής αναλαμβάνει μια διαμεσολαβητική προσπάθεια επίτευξης συμβιβασμού διευθετώντας τρεις (τουλάχιστον) καλά προετοιμασμένες συναντήσεις όπου θα μπορεί να διεξαχθεί μια ελεύθερη, χωρίς πρακτικά, και χωρίς διαδικαστικούς περιορισμούς, συζήτηση: μια με τον Δικηγόρο του ενάγοντα και τον πελάτη του, μια δεύτερη με τον Δικηγόρο του εναγόμενου και τον πελάτη του, και μια τρίτη με τους δύο Δικηγόρους μαζί χωρίς τους πελάτες τους.

Αν μετά τις συναντήσεις αυτές υπάρχει κατάληξη τότε καλώς. Αν όχι ο Δικηγόρος του ενάγοντα θα είναι υπόχρεος να υποβάλει γραπτή πρόταση διευθέτησης της υπόθεσης (μπορεί να είναι και απλή επανάληψη της απαίτησης) στον Δικηγόρο του εναγόμενου και με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, ο Δικηγόρος του εναγόμενου θα πρέπει είτε να δεχθεί την πρόταση είτε να υποβάλει γραπτή αντιπρόταση και με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, και ο Δικηγόρος του ενάγοντα θα πρέπει είτε να δεχθεί την αντιπρόταση είτε να την απορρίψει.

Αν οι διαπραγματεύσεις ναυαγήσουν και η υπόθεση προχωρήσει μέχρι τέλους, και αν η τελική υπόθεση προσεγγίζει κάποια από τις προτάσεις που υποβλήθηκαν, τότε το Δικαστήριο θα καταδικάζει το απορριπτικό μέρος με επιπρόσθετα (δηλαδή διπλάσια) δικαστικά έξοδα πέραν από αυτά που ούτως ή άλλως θα πλήρωνε, δηλαδή δικηγορικά έξοδα.

Για παράδειγμα, αν ένας εναγόμενος απορρίψει μια πρόταση για €10.000 και η τελική Απόφαση είναι για το ποσόν που προσεγγίζει ή υπερβαίνει τις €10.000 τότε, εκτός από τα δικηγορικά έξοδα που θα πληρώσει στην άλλη πλευρά, θα πρέπει να πληρώσει και το κράτος ισόποσο ποσό δικαστικών εξόδων. Με αυτόν τον τρόπο θα έχει ισχυρό αντικίνητρο εναντίον μιας αδικαιολόγητης απόρριψης δίκαιης πρότασης διευθέτησης (είτε αυτή αφορά χρηματικό ποσό είτε οποιαδήποτε άλλη νομική θεραπεία).

Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση που ένας ενάγων θεωρεί ότι έχει μια ξεκάθαρη υπόθεση και δεν δικαιολογείται καμία απολύτως έκπτωση, παρά ταύτα για να ενεργοποιήσει την απειλή των επιπρόσθετων τιμωρητικών δικαστικών εξόδων θα πρέπει να έχει προτείνει τουλάχιστον μια έκπτωση τουλάχιστον 10% του ποσού που τελικά επιδικάσθηκε. Αν όχι, και η υπόθεση προχωρήσει και ο ενάγων πετύχει απόφαση ως η απαίτηση, τότε ο εναγόμενος δεν θα καταδικαστεί σε επιπρόσθετα τιμωρητικά δικαστικά έξοδα αλλά στα συνηθισμένα δικηγορικά έξοδα μαζί βέβαια με το εξ αποφάσεως χρέος. Και αυτό διότι δεν απέρριψε οποιαδήποτε πρόταση συμβιβασμού.

Παρομοίως, αν ένας εναγόμενος θεωρεί ότι η αγωγή εναντίον του είναι εντελώς αβάσιμη και δεν επιθυμεί να κάνει καμία πρόταση για εξώδικη διευθέτηση, και αν τελικά δικαιωθεί στην εκτίμηση του και η αγωγή απορριφθεί εξ ολοκλήρου, τότε ο ενάγων θα καταδικαστεί μόνο σε δικηγορικά έξοδα και όχι σε επιπρόσθετα δικαστικά διότι δεν απέρριψε οποιαδήποτε πρόταση για συμβιβασμό. Για να ενεργοποιήσει την απειλή των επιπρόσθετων τιμωρητικών δικαστικών εξόδων (και με αυτό τον τρόπο να αυξήσει την πίεση στον ενάγοντα) θα πρέπει να προτείνει τουλάχιστον ένα ποσό της τάξης του 10% του διεκδικούμενου ποσού ή (σε περίπτωση που η απαίτηση αφορά γενικές αποζημιώσεις) κατά προσέγγιση 10% του ποσού που θα επιδικαζόταν στον ενάγοντα αν κέρδιζε την υπόθεσή του.

Όσον αφορά τώρα τους εναγόμενους που καταχωρούν υπερασπίσεις έκδηλα ανυπόστατες, υπάρχει ήδη ο αποτρεπτικός μηχανισμός της «Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση» βάσει της οποίας υπάρχει η δυνατότητα για έκδοση απόφασης εντός 6 περίπου μηνών από την καταχώρηση της αγωγής. Εισηγούμαι όπως, σύμφωνα και με το πνεύμα των πιο πάνω προτάσεων, επιβάλλονται τιμωρητικά επιπρόσθετα δικαστικά έξοδα στον εναγόμενο εναντίον του οποίου εκδίδεται απόφαση ως η απαίτηση σύμφωνα με τη συνοπτική διαδικασία, ως ένα επιπρόσθετο αποτρεπτικό μέτρο κατά υπερασπίσεων που είναι έκδηλα αβάσιμες, αλλά και ως ένα μέτρο ενθάρρυνσης εναγόντων να προσφεύγουν, σε κατάλληλες περιπτώσεις, στην αίτηση αυτή η οποία σήμερα σπανίως χρησιμοποιείται.

Περαιτέρω, προκειμένου να αυξηθεί και ο ζήλος του Δικαστηρίου για εξεύρεση συμβιβασμού, θα πρέπει ο εκδικάζον την υπόθεση Δικαστής να είναι υποχρεωμένος, από τη στιγμή που μια υπόθεση του ανατίθεται από το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου, να τη διεκπεραιώσει ανεξαρτήτως μετάθεσής του σε Δικαστήριο άλλης πόλης ή άλλης δικαιοδοσίας (για το θέμα δικαιοδοσίας βλ. Εισήγηση 1 και συγκεκριμένα εισήγηση για εξειδίκευση Δικαστών ώστε να μην υπάρχει θέμα αλλαγής δικαιοδοσίας Δικαστών).

Πιθανές ενστάσεις

Μια πιθανή ένσταση στην πρόταση αυτή θα μπορούσε να ήταν ότι είναι ανεπιθύμητη η εμπλοκή του Δικαστή στις διαπραγματεύσεις καθότι αυτό υπονομεύει το αντιπαραθετικό σύστημα δικαιοσύνης. Θα απαντούσα ότι το αντιπαραθετικό σύστημα παραμένει σε πλήρη ισχύ όσον αφορά τη διεξαγωγή της δίκης αλλά, με την εφαρμογή της εν λόγω πρότασης, θα εμποδίζεται η κατάχρηση του προδικαστικά από αδιάλλακτους διαδίκους. Και αυτό λόγω ακριβώς της εμπλοκής του Δικαστή στις διαπραγματεύσεις, η οποία πιστεύω θα είχε μεγάλο εκτόπισμα και πολύ καταλυτικό ρόλο στο να κάμψει την αδιαλλαξία κάποιων διαδίκων και να οδηγήσει στην εξεύρεση συμβιβασμών.

Ένας άλλος τρόπος να ιδωθεί η πρόταση είναι σαν μια προσπάθεια εισαγωγής του καλύτερου συνδυασμού μεταξύ του εξεταστικού (ηπειρωτικού) και του αντιπαραθετικού (κοινοδικαιϊκού) συστήματος δικαιοσύνης. Το μεν πρώτο να εφαρμόζεται, ως ένα σημείο, προδικαστικά και το άλλο (αν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός) κατά τη διεξαγωγή της δίκης/ ακρόασης.

Διευκρινίζεται ότι το σύστημα αυτό δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στο Ποινικό Δικαστήριο.



ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΥΤΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ.


Online Φόρμα ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ του πιο πάνω μηνύματος ( * Απαιτούμενα) :


Όνομα * :


Επίθετο * :


Το e-mail σας * :


Το e-mail του παραλήπτη * :


Παρακαλώ Πληκτρολογήστε:   hn3t6b  



 
Περιεχόμενα