April 23, 2018, 8:11 pm
ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑ ΜΕ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Παραδοσιακά στο Κοινοδίκαιο, στην ακροαματική διαδικασία, δηλαδή στη δίκη, συμμετέχουν εκτός από τον Δικαστή, τους Δικηγόρους και τους Μάρτυρες, και οι Ένορκοι. Παραδοσιακά, ο Δικαστής έκρινε νομικά ζητήματα (Κριτής του Νόμου), και οι Ένορκοι (που δεν είναι νομικοί), μετά από κατάλληλη καθοδήγηση από τον Δικαστή, έκριναν τα γεγονότα της υπόθεσης (Κριτές Γεγονότων). Δηλαδή οι Ένορκοι αποφάσιζαν κατά πόσο ένας μάρτυρας έλεγε την αλήθεια, αν ένα γεγονός συνέβηκε, αν ένας κατηγορούμενος είναι αθώος κ.α., πάντοτε επαναλαμβάνω, μετά από την κατάλληλη δικαστική καθοδήγηση ως προς τον ορθό και δίκαιο τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης αυτών των καθοριστικών για την έκβαση της δίκης θεμάτων.  

Στην Κύπρο δεν εφαρμόσθηκε ποτέ αυτό το σύστημα της παρουσίας Ενόρκων. Ανεξάρτητα από τους λόγους και τα κίνητρα των Άγγλων που δεν το εφάρμοσαν, πιστεύω αντικειμενικά ότι δεν θα ήταν υποβοηθητική η παρουσία τους λόγω της ισχυρής παρουσίας των φαινομένων του ρουσφετιού και της «κουμπαροκρατίας» στον τόπο μας, φαινομένων που ενισχύονται και λόγω του μικρού μας μεγέθους ως κοινωνία.

Εν πάση όμως περιπτώσει, η μη εφαρμογή του συστήματος έχει το αρνητικό αποτέλεσμα ή την παρενέργεια της υπερβολικής ισχύος στα χέρια πρωτόδικων Δικαστών να κρίνουν μόνοι τους (εκτός σε περιπτώσεις πολύ σοβαρών ποινικών υποθέσεων στις οποίες συνεδριάζει το τριμελές Κακουργιοδικείο) σοβαρές υποθέσεις όπου κρίνονται εκατομμύρια αλλά και ποινικές υποθέσεις για αδικήματα που προβλέπουν ποινές φυλάκισης.

Αυτή η ισχύς δεν ελέγχεται αλλά ούτε και θα ήταν πρέπον να ελεγχθεί από την κοινή γνώμη εφόσον μια δικαστική απόφαση αφορά θέματα που για να τα χειριστεί κανείς και να τα αντιληφθεί πρέπει να έχει την κατάλληλη νομική εκπαίδευση, και να γνωρίζει πάσα λεπτομέρεια της υπόθεσης. Συνεπώς, ο μοναδικός έλεγχος είναι το Εφετείο στο οποίο μπορεί να προσφύγει ο ηττημένος σε μια υπόθεση που θεωρεί ότι έχει αδικηθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.

Η επάρκεια αυτού του ελέγχου εξαρτάται, εκτός από την ικανότητα των Δικαστών του Εφετείου, και από τον φόρτο εργασίας τους. Πιστεύω ότι η εφαρμογή του συστήματος που εισηγήθηκα προηγουμένως (Εισήγηση 2), δηλαδή την πιο δυναμική επιδίωξη συμβιβασμών από το πρωτόδικο Δικαστήριο και την τιμωρία με αυξημένα έξοδα του διαδίκου που απορρίπτει πρόταση παρόμοιου ύψους με το τελικά επιδικασθέν ποσό (ή άλλη θεραπεία), θα βοηθούσε στη δραστική μείωση των υποθέσεων που εκδικάζονται πρωτόδικα, και κατ’ επέκταση των αποφάσεων που εφεσιβάλλονται.

Επαναλαμβάνω επίσης το μέτρο που εισηγήθηκα στην Εισήγηση 3 σχετικά με το «δόλωμα του 30%», δηλαδή την πρόταση του εφεσίβλητου για 30% έκπτωση στο επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό με αντάλλαγμα την απόσυρση της έφεσης, και την τιμωρία του εφεσείοντα με διπλά έξοδα σε περίπτωση που απορρίψει την πρόταση και στο τέλος η έφεση του απορριφθεί.  

Θα εισηγηθώ όμως και ένα επιπρόσθετο μέτρο με σκοπό, αφενός τον καλύτερο αυτοέλεγχο από το Δικαστήριο μιας Απόφασης προτού την εκδώσει, και, αφετέρου, σε περίπτωση έφεσης, τον καλύτερο έλεγχο μιας Απόφασης από το Εφετείο.

Το πιο δύσκολο και πιο δυσθεώρητο σημείο ελέγχου μιας πρωτόδικης Απόφασης από το Εφετείο είναι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, το κεφάλαιο που αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Δηλαδή το κρίσιμο για την έκβαση σχεδόν κάθε υπόθεσης συμπέρασμα για το ποιοι μάρτυρες είπαν την αλήθεια και ποιοι ψέματα για το άλφα ή βήτα θέμα.

Σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων που έκανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκτός αν οι λόγοι πάνω στους οποίους στήριξε ένα εύρημα αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας είναι παράλογοι ή ανεπαρκείς. Η πάγια αυτή νομολογία είναι ορθή (με την προϋπόθεση ότι το λογικό ή παράλογο της πρωτόδικης αξιολόγησης κρίνεται σε συνάρτηση με το ισχύον βάρος και επίπεδο απόδειξης και όχι αποσυναρτημένα από αυτό – βλ. Εισήγηση 9) διότι θα ήταν λάθος, από τη στιγμή που το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει την ευχέρεια και το πλεονέκτημα (που το Εφετείο δεν έχει) να ακούσει άμεσα και δια ζώσης τη μαρτυρία των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τα πρωτόδικα ευρήματα αξιοπιστίας του να παραμερίζονται από το Εφετείο (που έχει μόνο τα πρακτικά της δίκης) αντικαθιστώντας τα λογικά ευρήματα αξιοπιστίας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με τα δικά του ευρήματα απλώς και μόνο διότι τα θεωρεί πιο ορθά ή ανώτερης λογικής.

Ορθά λοιπόν η επέμβαση του Εφετείου περιορίζεται σε περιπτώσεις παραλογισμού ή ανεπάρκειας πρωτόδικων ευρημάτων αξιοπιστίας (με την προϋπόθεση ότι το λογικό ή παράλογο των πρωτόδικων ευρημάτων αξιοπιστίας κρίνεται σε συνάρτηση με το ισχύον βάρος και επίπεδο απόδειξης και όχι αποσυναρτημένα από αυτό – βλ. Εισήγηση 9). Η όποια μεταρρύθμιση δεν θα πρέπει να ανατρέπει αυτό το δεδομένο. Η μεταρρύθμιση που προτείνω είναι η εισαγωγή ενός μέτρου που να διευκολύνει τον εντοπισμό από το Εφετείο τυχόν πρωτόδικης πτώσης σε παραλογισμό.

Το μέτρο λοιπόν είναι η βιντεοσκόπηση της δίκης με τηλεοπτικό φακό που θα είναι στραμμένος προς τον κάθε μάρτυρα που θα δίνει μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα (δεν θα χρειάζεται κάμεραμαν). Το περιεχόμενο της βιντεοταινίας θα αποτελεί μέρος του φακέλου της υπόθεσης και θα απαγορεύεται η προβολή ή η διάθεσή του για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, πράγμα που θα εξηγείται στον μάρτυρα πριν από την έναρξη της μαρτυρίας του.

Με αυτόν τον τρόπο το λογικό ή παράλογο των ευρημάτων αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα είναι πολύ πιο εύκολο να αξιολογηθεί από το Εφετείο σε περίπτωση έφεσης εφόσον το μειονέκτημα ότι δεν μετέχει της ζωντανής δίκης μετριάζεται σε μεγάλο βαθμό.   

Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι με την εισήγηση αυτού του μέτρου δεν επιδιώκεται η χαλάρωση του κανόνα ότι το Εφετείο έχει το δικαίωμα να επέμβει στα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου μόνο αν αυτά είναι παράλογα. Απλά, ο τυχόν παραλογισμός θα είναι πολύ πιο εύκολο να εντοπιστεί.

Ανεξάρτητα όμως της μη χαλάρωσης του εν λόγω κανόνα, ο πρωτόδικος Δικαστής θα έχει πιο ισχυρό κίνητρο να είναι και να φαίνεται ότι είναι όχι μόνο «μη παράλογος» αλλά τέλειος όταν η μαρτυρία ενός αμφιλεγόμενου μάρτυρα θα προβληθεί στους τηλεοπτικούς δέκτες του Εφετείου ενώπιον των ιεραρχικά ανώτερων του Εφετών.   

Περαιτέρω, ένα παράπλευρο πλεονέκτημα είναι ότι το Δικαστήριο θα μπορεί να παρακολουθήσει τηλεοπτικά τη μαρτυρία (αν θέλει) στο στάδιο προετοιμασίας της Απόφασης του και συνεπώς θα απαλλαγεί από την ανάγκη να παίρνει σημειώσεις ή να αναγκάζει τη στενογράφο να αποστενογραφήσει πρακτικών κάποιας μαρτυρίας. Και αυτό διότι η αποστενογράφηση πρακτικών γίνεται κατά κανόνα όταν η υπόθεση εφεσιβληθεί ώστε να τεθούν ενώπιο του Εφετείου τα πρακτικά, και όχι κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης.

     



ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΥΤΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ.


Online Φόρμα ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ του πιο πάνω μηνύματος ( * Απαιτούμενα) :


Όνομα * :


Επίθετο * :


Το e-mail σας * :


Το e-mail του παραλήπτη * :


Παρακαλώ Πληκτρολογήστε:   dpmcnq  



 
Περιεχόμενα