June 25, 2018, 11:20 am
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΣΤΑΔΙΟ

Όταν σε μια ποινική υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάσει όλους τους μάρτυρές της και ουσιαστικά κλείσει την υπόθεσή της, τότε ο Δικηγόρος του Κατηγορούμενου δικαιούται, αν θέλει, να αγορεύσει με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αν η αγόρευση του κριθεί επιτυχής, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από αυτό το στάδιο χωρίς να είναι υπόχρεος να παρουσιάσει τους δικούς του μάρτυρες ή να δώσει ο ίδιος μαρτυρία.

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο αδύνατη που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω της την καταδίκη του κατηγορούμενου.

Ένα δυνητικό μειονέκτημα για τον Κατηγορούμενο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας όπως είναι σήμερα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφύγει τη σε βάθος ανάλυση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο, και επίσης το γεγονός ότι θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι όχι μόνο το ίδιο αλλά κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο με την μαρτυρία ως έχει.

Το σκεπτικό πίσω από αυτές τις δύο επιφυλάξεις είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την παράδοση του Κοινοδικαίου, τόσο η σε βάθος ανάλυση όσο και η ετυμηγορία για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου αφηνόταν (μετά από καθοδήγηση από τον Δικαστή) στους Ενόρκους. Οπόταν οι δύο αυτές επιφυλάξεις (όχι σε βάθος ανάλυση – κανένα λογικό Δικαστήριο) ήταν απαραίτητες για να διασφαλίσουν ότι ο Δικαστής δεν θα επενέβαινε στο έργο τους.

Από τη στιγμή όμως που εμείς δεν ακολουθούμε το σύστημα με τους Ενόρκους, οι δύο αυτές επιφυλάξεις δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Μάλιστα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Κατηγορούμενος αδικείται διπλά εφόσον από τη μια στερείται της προστασίας της παρουσίας των Ενόρκων (γενικά ο ρόλος τους θεωρείται προστατευτικός για ένα κατηγορούμενο), και από την άλλη, μπορεί να κληθεί σε απολογία ακόμη και σε περίπτωση που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι μεν ανεπαρκής αλλά όχι σε τόσο έκδηλο βαθμό ώστε να μπορεί να διαγνωστεί χωρίς σε βάθος ανάλυση. Και αυτό γιατί η σε βάθος ανάλυση ήταν παραδοσιακά έργο των Ενόρκων στο τέλος της διαδικασίας (υπό την καθοδήγηση του Δικαστηρίου). Οι οποίοι όμως Ένορκοι σήμερα δεν υπάρχουν!         

Εισηγούμαι λοιπόν τροποποίηση του νόμου ώστε να αλλάξει αυτή η πρακτική ως ακολούθως: το Δικαστήριο να είναι υπόχρεο να προβεί σε μια σε βάθος ανάλυση της μαρτυρίας και να αθωώνει ένα κατηγορούμενο από το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εκεί όπου δεν πείστηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ενοχή του κατηγορούμενου, δηλαδή εκεί όπου η σε βάθος ανάλυση θα οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορούμενου. Σε περίπτωση βέβαια που δεν καταλήξει σε αυτό το ευνοϊκό για τον Κατηγορούμενο εύρημα τότε θα πρέπει να αποφύγει να αναφέρει και να καταγράψει τη σε βάθος ανάλυση της μαρτυρίας εφόσον αυτό θα περιπλέξει τη διαδικασία τη στιγμή που η δίκη συνεχίζεται και θα ακολουθήσει η Τελική Απόφαση  του Δικαστηρίου στο τέλος της δίκης όταν θα έχουν ακουστεί και οι μάρτυρες του Κατηγορούμενου. Επίσης, τυχόν αθωωτική Απόφαση από το εκ πρώτης όψεως στάδιο να μπορεί να εφεσιβληθεί ενώ τυχόν Απόφαση να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία να μην μπορεί να εφεσιβληθεί.

Η εισαγωγή του μέτρου αυτού θα εξαλείψει τα ακόλουθα πολύ αρνητικά (και παράλογα) ενδεχόμενα σενάρια που μπορεί να προκύψουν σε μια δίκη:

α) ο Δικαστής παρόλο που θεωρεί ότι η δύναμη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι αρκετά ισχυρή για να τον πείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ενοχή του Κατηγορούμενου, εντούτοις τον καλεί σε απολογία (δηλαδή να φέρει τους μάρτυρές του και/ή να μαρτυρήσει ο ίδιος) λόγω του γεγονότος ότι ένα άλλο λογικό Δικαστήριο θα είχε ενδεχομένως άλλη άποψη, και/ή

β) Ο Δικαστής περιοριζόμενος σε επιφανειακή ανάλυση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (όπως είναι υποχρέωση του σύμφωνα με το Νόμο όπως είναι σήμερα) βάσει της ανάλυσης αυτής θεωρεί τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο και τον καλεί σε απολογία, παρόλο που αν προέβαινε σε εις βάθος και λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής θα κατέληγε σε αντίθετη Απόφαση, δηλαδή την αθώωση του Κατηγορούμενου από το εκ πρώτης όψεως στάδιο!

Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί αχρείαστα έξοδα και ταλαιπωρία στον Κατηγορούμενο και τεράστια διλήμματα κατά πόσο:

α) θα καλέσει μάρτυρες, ή και κατά πόσο θα μαρτυρήσει ο ίδιος (με το συνακόλουθο ρίσκο με κάποιο στραβοπάτημα να καλυφθούν κενά της Κατηγορούσας Αρχής), ή

β) να αφήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να καταρρεύσει μόνη της (με το συνακόλουθο ρίσκο η εκτίμηση του ότι ο Δικαστής δεν πείστηκε για την ενοχή του να είναι λανθασμένη)!

Βέβαια θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι «είναι δουλειά του Δικηγόρου του Κατηγορούμενου να τον συμβουλεύσει τι να κάνει σύμφωνα με την επαγγελματική του κρίση». Σίγουρα. Όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανεχτούμε ένα ασταθές υπόβαθρο στην άσκηση της κρίσης του Δικηγόρου τη στιγμή που μπορούμε να το σταθεροποιήσουμε σε σημαντικό βαθμό. Πως σταθεροποιείται το υπόβαθρο; Δίνοντας την εξουσία στον Δικαστή να προβεί σε βάθος ανάλυση της υπόθεσης από το εκ πρώτης όψεως στάδιο και να αθωώσει τον κατηγορούμενο αν δεν πείστηκε πέραν πάσης αμφιβολίας για την ενοχή του κατηγορούμενου.

Με την εφαρμογή αυτού του νέου μέτρου επιτυγχάνονται τα ακόλουθα θετικά στοιχεία:

α) Εξοικονόμηση χρόνου Δικαστηρίου και εξόδων φορολογούμενου πολίτη.

β) Αποφεύγεται αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα κατηγορούμενων εναντίον των οποίων δεν υπάρχει ισχυρή υπόθεση.

γ) Αποφεύγεται αχρείαστο και επικίνδυνο ρίσκο να κληθεί σε απολογία ένας αθώος κατηγορούμενος, κάτι να πάει στραβά, και να καταδικαστεί αδίκως.   

Σε τελευταία ανάλυση, η μη δυνατότητα του Δικαστηρίου να προβεί σε βάθος ανάλυση της μαρτυρίας εκεί που αυτή οδηγεί στην απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, αποτελεί μια στρέβλωση του δικαστικού μας συστήματος απορρέουσα από τη μη εφαρμογή του συστήματος Ενόρκων. Ενώ η μη εφαρμογή του συστήματος Ενόρκων κρίνεται ορθή (βλ. Εισήγηση 5), δεν υπάρχει λόγος να ανεχτούμε και την εξ αυτής γενομένης παρενέργεια ή στρέβλωση τη στιγμή που αυτή μπορεί να θεραπευθεί με το εν λόγω προτεινόμενο μέτρο.  



ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΥΤΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ.


Online Φόρμα ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ του πιο πάνω μηνύματος ( * Απαιτούμενα) :


Όνομα * :


Επίθετο * :


Το e-mail σας * :


Το e-mail του παραλήπτη * :


Παρακαλώ Πληκτρολογήστε:   tnrbs5  



 
Περιεχόμενα