January 19, 2018, 9:35 am
ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΟΤΑΣ ΚΑΙ ΗΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Ο πιο θεμελιώδης κανόνας του Ποινικού Δικαίου είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Βάσει του κανόνα αυτού, κανένας δεν μπορεί να καταδικαστεί για αδίκημα εκτός αν η ενοχή του αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο προτού καταδικάσει ένα κατηγορούμενο πρέπει να αισθάνεται ηθικά και λογικά βέβαιο για την ενοχή του. Και η παραμικρή αμφιβολία αν είναι εύλογη θα πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορούμενου.

Η σπουδαιότητα του κανόνα αυτού έγκειται κατά την άποψη μου στους εξής λόγους:

α) Είναι πολύ καλύτερο να αθωωθεί ένας ένοχος παρά να καταδικαστεί ένας αθώος.

β) Ο κατηγορούμενος σε μια ποινική δίωξη είναι αντιμέτωπος με ισχυρές κρατικές υπηρεσίες όπως είναι η Αστυνομία και η Νομική Υπηρεσία και το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί απαραίτητη ασπίδα.

γ) Η Δικαστική Εξουσία είναι και αυτή ένας κρατικός θεσμός και αυτονόητα υπάρχει σε κάποια βαθμό ένα είδος αλληλεγγύης μεταξύ υπηρεσιών ενός κράτους και η «θετική προκατάληψη» ότι, «εφόσον εγώ ως Δικαστήριο είμαι πυλώνας ενός υγιούς κράτους γιατί να αμφιβάλλω για την υγιή κατάσταση των άλλων θεσμών-πυλώνων όπως είναι η Αστυνομία;» Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί και υπ’ αυτή την έννοια μια απαραίτητη ασπίδα και αντίβαρο στην έμμεση αυτή αλληλεγγύη.

δ) Ως ένα σημείο ο ένοχος κατηγορούμενος που αδίκως αθωώνεται, συνήθως υφίσταται ένα είδος τιμωρίας υπό μορφή δικηγορικών εξόδων, ή λόγω του άγχους και ταλαιπωρίας της δικαστικής διαδικασίας, ή λόγω προφυλάκισης, ή λόγω κοινωνικού στίγματος που παραμένει και μετά την αθώωση, ή λόγω τύψεις συνειδήσεως ή ακόμη και λόγω φόβου εκδίκησης από το θύμα ή το περιβάλλον του. Με αυτό τον τρόπο, ο ένοχος ως ένα σημείο τιμωρείται έστω και αν αθωώνεται από το Δικαστήριο. Ενώ σε περίπτωση που καταδικαστεί ένας αθώος αυτός τιμωρείται και ταλαιπωρείται αδίκως διπλά, και η ζημιά που υφίσταται το σύστημα απονομής δικαιοσύνης είναι μεγαλύτερο.

Με βάση τα πιο πάνω, πιστεύω ότι το τεκμήριο αθωότητας είναι ένας κανόνας τέτοιας σπουδαιότητας ώστε η αξία του δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητείται.

Δυστυχώς, όμως, η δικαστική νομολογία πάνω σε αυτό το βασικό θέμα πήρε μια επικίνδυνη τροπή. Είδαμε προηγουμένως ότι στην Κύπρο όπου δεν υπάρχουν οι Ένορκοι, ο Δικαστής έχει διπλό ρόλο: κριτής του νόμου και κριτής γεγονότων. Ως κριτής γεγονότων, ο Δικαστής αναλύει τα γεγονότα και προβληματίζεται όσον αφορά ποιον μάρτυρα πρέπει να πιστέψει και ποιον πρέπει να απορρίψει ως αναξιόπιστο. Το λάθος της νομολογίας μας σε αυτό το σημείο είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις το έργο της αξιολόγησης κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι αξιόπιστος ή αναξιόπιστος άρχισε, σε ανύποπτο χρόνο, να γίνεται αποσυναρτημένα από το τεκμήριο της αθωότητας αντί να γίνεται σε συνάρτηση με αυτό και αφού φιλτραριστεί από αυτό.

Δηλαδή, με το να καταλήξει η νομολογία μας στο συμπέρασμα ότι το έργο αξιολόγησης της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα γίνεται αποσυναρτημένα και ανεξάρτητα από το βάρος απόδειξης (τεκμήριο αθωότητας-πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) είναι σαν να λέει: «κρίνω ένα μάρτυρα κατηγορίας με ακριβώς τον ίδιο φακό που θα κρίνω και ένα μάρτυρα υπεράσπισης – δεν δίνω ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα στον μάρτυρα υπεράσπισης για να δώσω πρακτική υπόσταση στο τεκμήριο αθωότητας».

Βάσει της πιο πάνω προσέγγισης, το τεκμήριο αθωότητας υφίσταται ένα ευνουχισμό σε βαθμό που να καταντά μια ωραία θεωρία αλλά με περιορισμένη έως ανύπαρκτη πρακτική εφαρμογή. Και αυτό διότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των ποινικών υποθέσεων, καθοριστικό ρόλο στην τελική έκβασή τους θα έχει η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων – μια αξιολόγηση όμως, που, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογιακή εκτροπή, δεν γίνεται στη βάση ή στο πλαίσιο του τεκμηρίου αθωότητας αλλά ανεξάρτητα από αυτό!

Το ότι η νομολογία μας πήρε λανθασμένη τροπή πάνω σε αυτό το βασικό θέμα φαίνεται και από το εξής: είναι δυνατόν αν είχαμε Ενόρκους (απλοί άνθρωποι χωρίς νομική εκπαίδευση) το Δικαστήριο να τους έλεγε «αναλύστε την αξιοπιστία των μαρτύρων αποσυναρτημένα από το βάρος απόδειξης, αλλά στο τέλος θα πρέπει να ικανοποιηθείτε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέσεισε το βάρος απόδειξης σε βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας»; Ή μήπως θα τους έλεγε «αναλύστε την αξιοπιστία των μαρτύρων και στο τέλος θα πρέπει να ικανοποιηθείτε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέσεισε το βάρος απόδειξης σε βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας»;

Πιστεύω ότι η πρώτη καθοδήγηση είναι συγχυσμένη και αντιφατική ενώ η δεύτερη δίνει το σωστό μήνυμα (έστω και χωρίς ρητή αναφορά περί συνάρτησης ή μη συνάρτησης) ότι όλες οι πτυχές της υπόθεσης πρέπει να καλυφθούν, να φιλτραριστούν, και να υπόκεινται στο τεκμήριο της αθωότητας. Αν λοιπόν η δεύτερη καθοδήγηση είναι η σωστή τότε αυτή την καθοδήγηση θα πρέπει το Δικαστήριο (με δεδομένη την απουσία Ενόρκων) να δώσει στον εαυτό του.

Από πού προήλθε το λάθος πάνω σε ένα τόσο κεφαλαιώδες θέμα; Πιστεύω ότι το λάθος προήλθε από το γεγονός ότι, σύμφωνα και με το πιο πάνω παράδειγμα, ο Δικαστής (για παράδειγμα στην Αγγλία όπου υπάρχουν Ένορκοι) θα καθοδηγήσει τους Ενόρκους πως θα προσεγγίσουν τη μαρτυρία στην υπόθεση χωρίς να τους αναφέρει στην αρχή οτιδήποτε για το βάρος απόδειξης, για να μην τους συγχύσει, αλλά στο τέλος της καθοδήγησής του θα τους πει ότι «δεν πρέπει να κρίνετε ένοχο τον κατηγορούμενο εκτός εάν είσαστε σίγουροι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ενοχή του» ή κάτι παρόμοιο.

Με άλλα λόγια, ο Δικαστής δεν θα αναφέρει ούτε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι συναρτημένη με το βάρος απόδειξης ούτε αν είναι αποσυναρτημένη από αυτό, με σκοπό να αποφύγει τη σύγχυση. Αναφερόμενος όμως στο τέλος στο Τεκμήριο της αθωότητας («εκτός αν είσαστε σίγουροι…») δίνει το σωστό και απλό μήνυμα ότι όλες οι πτυχές της υπόθεσης πρέπει να καλυφθούν και να φιλτραριστούν από το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτή η μη ρητή αναφορά του Άγγλου Δικαστή στη συνάρτηση της αξιολόγησης με το βάρος απόδειξης (για να μη συγχύσει τους Ενόρκους) πιθανόν να προκάλεσε την εκτροπή στη νομολογία μας και στο επικίνδυνο συμπέρασμα ότι «το έργο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων γίνεται αποσυναρτημένα από το επίπεδο απόδειξης», δηλαδή το τεκμήριο της αθωότητας.

Μια άλλη ή συμπληρωματική θεωρία θα μπορούσε να είναι ότι φυσιολογικά κάθε όργανο ή σώμα ή κέντρο εξουσίας προτιμά, ευκαιρίας ή ασάφειας δοθείσης, να έχει περισσότερη εξουσία και περισσότερη ελευθερία κινήσεων παρά λιγότερη. Έτσι, ένα ποινικό Δικαστήριο προτιμά να αξιολογεί την αξιοπιστία ενός μάρτυρα χωρίς η αξιολόγηση αυτή να υπόκειται στο κριτήριο «εύλογο με βάση το τεκμήριο της αθωότητας» αλλά μόνο στο «εύλογο, τελεία», κάτι που σίγουρα δίνει σε ένα ποινικό Δικαστήριο πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων να κρίνει ένα μάρτυρα κατηγορίας ως αξιόπιστο ή ένα μάρτυρα υπεράσπισης ως αναξιόπιστο, χωρίς να αισθάνεται ηθική και λογική βεβαιότητα για την ορθότητα των συμπερασμάτων του.

Πάντως, είτε με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, η επικινδυνότητα της εκτροπής δεν πρέπει να υποτιμάται διότι με το να επιτρέπεται η αξιολόγηση αξιοπιστίας των μαρτύρων αποσυναρτημένα από το τεκμήριο αθωότητας έμμεσα δίνουμε την ελευθερία στο Δικαστήριο να εφαρμόσει όποιο βάρος απόδειξης θέλει. Και αυτό διότι αναγκαστικά κάποιο βάρος απόδειξης θα πρέπει να εφαρμόσει – δεν γίνεται να γίνει η αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων σε … κενό βαρύτητας.

Όπως δηλαδή στην καθημερινή ζωή όταν κρίνω αν κάποιος μου λέει την αλήθεια θα χρησιμοποιήσω συνειδητά ή υποσυνείδητα κάποιο βάρος απόδειξης (σίγουρα, σχεδόν σίγουρα, μάλλον, μάλλον όχι, σχεδόν αποκλείεται, αποκλείεται) έτσι και το Δικαστήριο θα χρησιμοποιήσει αυτά τα εργαλεία, ρητά ή νοερά, για να αξιολογήσει αν πρέπει να πιστέψει ή όχι ένα μάρτυρα (δεν γίνεται όλοι οι μάρτυρες σε κάθε υπόθεση να κρίνονται με το σίγουρα και το αποκλείεται, δηλαδή μαύρο-άσπρο).

Αν λοιπόν το Δικαστήριο δεν είναι δεσμευμένο να κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα κατηγορίας μόνο όταν είναι λογικά σίγουρος ότι λέει την αλήθεια, αλλά είναι απλώς δεσμευμένο ώστε τα όποια ευρήματα του να συνάδουν με την κοινή λογική, τότε θα μπορεί, χωρίς να υφίσταται έλεγχο, να τον κρίνει και αξιόπιστο απλώς και μόνο επειδή δεν αποκλείεται λογικά να λέει την αλήθεια! Και το συμπέρασμα του αυτό, εφόσον είναι μέσα σε λογικά πλαίσια, δεν θα μπορεί να ανατραπεί κατ’ έφεση!

Έτσι υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος να καταλήξουμε, στην πράξη, και σε πλήρη αντιστροφή του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου εκτός αν οι κρίσιμοι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής λογικά αποκλείεται να λένε την αλήθεια!

Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, θα ήθελα να τονίσω με τον πιο εμφαντικό τρόπο ότι το τεκμήριο αθωότητας πρέπει να υπέρκειται και να ρυθμίζει την πολύ σημαντική πτυχή που λέγεται «αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων» ειδ’ άλλως οδηγούμαστε σε μια επικίνδυνη υπόσκαψη ή ακόμη και αντιστροφή του τεκμηρίου αυτού με πολύ οδυνηρές συνέπειες ως προς το επίπεδο της απονομής δικαιοσύνης στη χώρα μας, στην αφαίρεση απαραίτητων ασφαλιστικών δικλείδων υπέρ των κατηγορουμένων, και στη δημιουργία επικίνδυνων προϋποθέσεων ώστε αθώοι πολίτες να καταδικάζονται και να καταλήγουν στη φυλακή.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι ακαδημαϊκό ή φιλοσοφικό, αλλά πολύ πραγματικό, και χρήζει άμεσης νομολογιακής ή νομοθετικής διόρθωσης.

 

 



ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΥΤΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ.


Online Φόρμα ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ του πιο πάνω μηνύματος ( * Απαιτούμενα) :


Όνομα * :


Επίθετο * :


Το e-mail σας * :


Το e-mail του παραλήπτη * :


Παρακαλώ Πληκτρολογήστε:   36i6c7  



 
Περιεχόμενα